skip to Main Content

Καλώς ήρθατε!

Ο Ελληνικός Οργανισμός Πολιτικών Επιστημόνων (Ε.Ο.Π.Ε. - H.A.P.Sc.) ιδρύθηκε το 2008 από πολιτικούς επιστήμονες με στόχο τη δημιουργία ενός δίαυλου επιπλέον εκπαίδευσης πέραν των ακαδημαϊκών προγραμμάτων σπουδών, μέσω της εθελοντικής προσφοράς εργασίας, καθώς και την ενίσχυση και ανάδειξη του ρόλου του Πολιτικού Επιστήμονα σε τοπικό, περιφερειακό και διεθνές επίπεδο. Αποτελεί Αστικό Επιστημονικό – Επαγγελματικό Σωματείο μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα.

Σας καλωσορίζουμε στον επίσημο διαδικτυακό τόπο του Ελληνικού Οργανισμού Πολιτικών Επιστημόνων.

Επικοινωνήστε μαζί μας

Email: sec@hapsc.org
Phone: 697-6452272
Address: Βουκουρεστίου 38, Κολωνάκι, Αθήνα, 10673

Που θα μας βρείτε

+30 2103645390 sec@hapsc.org

Aπεικόνιση της έννοιας της κυριαρχίας στο σύγχρονο κόσμο

Ένα άρθρο γνώμης για την έννοια της κυριαρχίας στο σύγχρονο κόσμο και την διαχείριση των τάσεων απόσχισης
του κ. Αντώνη Γκούρλια *


Το Βεστφαλιανό μοντέλο βρίσκεται χωρίς αμφιβολία σε μια διαδικασία μετάβασης. Νέοι παράγοντες ισχύος αναδεικνύονται στο διεθνές σύστημα, πέρα από τα κράτη. Μη κυβερνητικοί οργανισμοί, Διεθνείς συνεργασίες, Υπερεθνικοί οργανισμοί όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και επίσης Άτομα, συμμετέχουν ανάλογα, στη διαμόρφωση του διεθνούς συστήματος, αλλάζοντας έτσι μια για πάντα το μονοπωλιακό ρόλο των κρατών, αν και αυτά παραμένουν οι βασικοί δρώντες του.

Οι έννοιες της κυριαρχίας, της αυτό-διάθεσης, και της εδαφικής ακεραιότητας συνθέτουν το “Γόρδιο δεσμό” του Διεθνούς Δημοσίου Δικαίου. Kαταλυτικό ρόλο στην λύση αυτού του περίπλοκου δεσμού, έχουν οι γεωγραφικές έννοιες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν.

Είναι γεγονός ότι δε συναντούμε κανένα επίσημο κείμενο που να εξηγεί την έννοια του κράτους. Κατά ένα τρόπο το Διεθνές Δίκαιο, μέσα από τη συνθήκη του Μοντεβιδέο το 1933 αναδεικνύει τέσσερις ιδιότητες του κράτους, ως υποκείμενο του διεθνούς δικαίου. Δηλαδή το μόνιμο πληθυσμό μιας οντότητας, το διαχωρισμό μιας καθορισμένης περιοχής, μια κυβέρνηση που να ελέγχει αυτό το πληθυσμό και τέλος την ικανότητα της να συνάπτει σχέσεις με άλλα κράτη. Υπό αυτό το πρίσμα, Διεθνές Δίκαιο και Πολιτική Γεωγραφία παραλληλίζονται. Έννοιες γεωγραφικού περιεχομένου εμπλουτίζουν νομικούς όρους δημιουργώντας έτσι πολιτικές ρήξης, όπως οι διενέξεις αποσχίσεων.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να διακρίνουμε τη διαφορά της έννοιας της αυτοδιάθεσης σε σχέση με εκείνης της απόσχισης. Η διατύπωση της αρχής της αυτοδιάθεσης δημιουργεί συχνά την απατηλή εντύπωση ότι αναφέρεται σε ένα δικαίωμα που απολαμβάνουν όλοι οι λαοί του κόσμου ανεξαιρέτως. Κάτι τέτοιο ωστόσο θα προκαλούσε σημαντικές αλλαγές στην ερμηνεία των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου, και φυσικά δεν συμβαίνει. Σύμφωνα με την πρακτική που ακολουθείται, η αρχή της αυτοδιάθεσης αφορά αποκλειστικά λαούς (και όχι έθνη). Αν θεωρηθεί ότι ο λαός μπορεί να στηρίξει το αίτημά του για αυτοδιάθεση τότε μπορεί: α) να επιδιώξει την ανεξαρτησία του, β) να επιδιώξει την ενσωμάτωσή του σ’ ένα γειτονικό κράτος, γ) να επιδιώξει τη σύνδεσή του με άλλο ανεξάρτητο κράτος ή δ) να προχωρήσει στην επιλογή οποιουδήποτε άλλου πολιτικού καθεστώτος. Σε κάθε περίπτωση καθοριστικό είναι το στοιχείο της «ελεύθερης επιλογής από τον λαό», οποιασδήποτε από τις τέσσερις αυτές δυνατότητες. Παρόλα αυτά η αρχή της αυτοδιάθεσης δεν είναι γενικό δικαίωμα απόσχισης. Πρέπει να κατανοηθεί ότι η αρχή της αυτοδιάθεσης δεν περιλαμβάνει αλλαγές στα ήδη υπάρχοντα σύνορα (αρχή uti possideti juris), εκτός και όταν το ενδιαφερόμενο κράτος συμφωνεί σε διαφορετική επίλυση και πάντα υπό το πρίσμα της ειρήνης, όπως προβάλλεται στη τελική πράξη του Ελσίνκι.

Από την άλλη πλευρά η έννοια της απόσχισης συνιστά μία διαδικασία μέσω της οποίας μια προσδιορισμένη ομάδα, επιδιώκει να διαχωριστεί από το κράτος στο οποίο ανήκει και να δημιουργήσει ένα νέο κράτος, σε τμήμα του εδάφους του κράτους. Με μια ευρεία οπτική, απόσχιση, θεωρείται μια επίσημη αποχώρηση μιας εδαφικής οντότητας από ένα ανεξάρτητο κράτος. Δηλαδή όλες αυτές οι περιπτώσεις κατά τις οποίες ένα τμήμα αποσπάται από την εδαφική ακεραιότητα ενός κράτους, το οποίο όμως συνεχίζει να υφίσταται σε περιορισμένη πλέον εδαφική και δημογραφική μορφή. Η πράξη της απόσχισης, θεωρείται απλώς ένα γεγονός, είτε έχει συμβεί είτε όχι. Άρα υπό αυτό το πρίσμα δεν μπορεί να υπάρξει και δικαίωμα απόσχισης ούτε ρυθμίζεται ρητά από κάποιο κανόνα του διεθνούς δικαίου.

Παρόλα αυτά, πολλοί υποστηρίζουν ότι μπορεί να υπάρξει “νόμιμη” απόσχιση σε ορισμένες ακραίες περιπτώσεις. Αυτές οι απόψεις βρίσκουν ερείσματα στη βάση της ερμηνείας της απόφασης της Γενικής Συνέλευσης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για τη διατήρηση της ειρήνης και τις σχέσεις καλής γειτονίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα σε αυτή τη περίπτωση είναι η υπόθεση απόσχισης της επαρχίας του Κεμπέκ από το κράτος του Καναδά, όπου το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο στη γνωμοδότηση του ανέφερε πως ‘η εξωτερική αυτοδιάθεση εφαρμόζεται σε εξαιρετικές περιστάσεις και, ακόμη και τότε, κάτω από προσεκτικά ορισμένες προϋποθέσεις’. Επιπρόσθετα, σε συνέχεια της ερμηνείας αυτής θα πρέπει να υπάρχουν, σύμφωνα με το άρθρο, τρία βασικά αποδεικτικά στοιχεία για την απόσχιση. Πρώτον οι αποσχιστές να είναι ένας “λαός”, δεύτερον το κράτος το οποίο ζητούν την απόσχιση να παραβιάζει σοβαρά τα ατομικά τους δικαιώματα και τρίτον να μην υπάρχει καμία άλλη αποτελεσματική λύση που να προβλέπει τόσο η εσωτερική όσο και διεθνής έννομη τάξη για την επίλυση του προβλήματος. Πρέπει να τονισθεί πως ο όρος “λαός”, ιστορικά χρησιμοποιήθηκε για να υποστηρίξει την εποχή της αποαποικιοποίησης , με τη σημερινή του μορφή να προσεγγίζει κυρίως εθνικές ομάδες, η το έθνος με τη κλασσική εθνογραφική του σημασία. Αξίζει να αναφερθεί πως ο καθηγητής της Οξφόρδης James Crawford δίνει σημασία σε ένα άλλο τρόπο ερμηνείας για το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, αναφέροντας πως είναι οι ‘ομάδες’ (units) στις οποίες θα πρέπει να εφαρμόζεται η αρχή προσεγγίζοντας έτσι την ιδέα της επικράτειας και όχι την έννοια του λαού. Αναφέρει, πως οι ομάδες στις οποίες η αρχή της αυτοδιάθεσης εφαρμόζεται,  είναι εκείνα τα εδάφη  που έχουν ιδρύσει και αναγνωρίζονται ως ξεχωριστή πολιτική ομάδα. Σε κάθε περίπτωση η αποσχιστική ενέργεια δεν αποτελεί ένα γενικό νομικό κανόνα και θα πρέπει πάντα να είναι ο τελευταίος τρόπος επίλυσης της διαφοράς, αποφεύγοντας έτσι τη δημιουργία εντάσεων και πολεμικών συγκρούσεων διαταράσσοντας της παγκόσμια ειρήνη.

H υπόθεση διένεξης της Υπεδνειστερίας αναδεικνύει το ρόλο της γεωγραφίας στον ορισμό και την εφαρμογή των κανόνων αυτοδιάθεσης. Αναλυτικότερα, μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, οι εντάσεις μεταξύ της Μολδαβίας και της αποσχισθείσας Υπερδνειστερίας οδήγησαν σε στρατιωτική σύγκρουση που ξεκίνησε τον Μάρτιο του 1992 και ολοκληρώθηκε με εκεχειρία τον Ιούλιο του ίδιου έτους. Στο πλαίσιο της εν λόγω συμφωνίας, μια τριμερής Επιτροπή Κοινού Ελέγχου (Ρωσία, Μολδαβία και Υπερδνειστερία) επιβλέπει τις ρυθμίσεις ασφαλείας στην αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη, η οποία περιλαμβάνει είκοσι τοποθεσίες και στις δύο πλευρές του ποταμού. Παρόλο που η εκεχειρία έχει διατηρηθεί, η πολιτική κατάσταση της περιοχής δεν έχει επιλυθεί: η Υπερδνειστερία είναι μια μη αναγνωρισμένη αλλά ντε φάκτο ανεξάρτητη ημιπροεδρική δημοκρατία. Σύμφωνα το άρθρο και με όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω και σε αυτή τη περίπτωση προσπάθειας για απόσχιση τα ενδιαφερόμενα μέρη, η Ηγεσία δηλαδή της Υπερδνειστερίας, έχει επικαλεστεί την ύπαρξη του Λαου (People) της Υπερδνειστερίας, τη σοβαρή παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του λαού αυτού από το κράτος της Μολδαβίας, και την μη επίλυση του ζητήματος από καμία άλλη επιλογή πέραν της αποσχίσεως, έχοντας εξαντλήσει όλες τις πιθανότητες επίλυσης του ζητήματος μέσω της εσωτερικής και διεθνής νομολογίας. Το παράδειγμα της Υπερδνειστερίας είναι ανάγκη να κατανοηθεί εμπεριέχοντας τέσσερις γεωγραφίες, τη φυσική, πολιτική, στρατηγική και νομική. Η φυσική γεωγραφία περιλαμβάνει πτυχές όπως ποτάμια (ποταμός Δνείστερος), βουνά και ερήμους που αποτελούν τα φυσικά σύνορα τα οποία αναδεικνύουν αιτήματα διαχωρισμού. Η πολιτική γεωγραφία περιλαμβάνει τον αποτελεσματικό έλεγχο της. Η στρατηγική το έλεγχο μίας περιοχής επηρεάζοντας όμως και τις γύρω περιοχές και τις σχέσεις που επικρατούν με τρίτα μέρη. Τέλος η ιδέα της νομικής γεωγραφίας είναι εκείνη που εντάσσει τη νομιμότητα του γεγονότος, αλλά και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προκύπτουν.

Εν κατακλείδι, διαπιστώνεται ότι το Διεθνές Δίκαιο έχει τα εργαλεία για την ανάλυση τέτοιων προβλημάτων, το ερώτημα βέβαια που τίθεται είναι κατά πόσο γίνεται χρήση του και όχι επίκληση του ως πλαίσιο για πολιτικές σκοπιμότητες. Πάντα θα εμφανίζεται η τάση διαχωρισμού πολιτικής και νόμου, γεγονότων και νομικών προσεγγίσεων, αλλά η ισορροπία μεταξύ των δύο μπορεί να επιφέρει τη σταθερότητα. Ο σύγχρονος κόσμος αναδεικνύει την άνοδο ενός νέου πολιτικού και κοινωνικού καθεστώτος, με την δημιουργία διεθνών οργανισμών, ισχυρών πόλεων και ατόμων. Είναι ανάγκη λοιπόν, ο επαναπροσδιορισμός των νομικών όρων όπως προέκυψαν από τη Βεστφαλία και έπειτα. Κάνοντας έτσι εφικτή τη διατήρηση της συνοχής και της ειρήνης και αποφεύγοντας την ευρύτερη εμφάνιση αποσχιστικών τάσεων προκαλώντας το χάος.

*

Αντώνιος Γκούρλιας, Πολιτικός Επιστήμονας με ειδίκευση στην Ευρωπαϊκή Διακυβέρνηση, MA (Υπότροφος του ΕΟΠΕ). Μέλος Σ.Δ. ΕΟΠΕ.

Back To Top